ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ ΓΙΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΙΑΤΡΙΚΗ
Ο ίδιος ο τίτλος Ανθρώπινη Ιατρική ξενίζει, ή τουλάχιστον αποτελεί επερώτηση! Τι άλλο θα μπορούσε να είναι η Ιατρική;
«Ο ανθρωπισμός ως κατ’ εξοχήν ανθρώπινη ιδιότητα (ανθρωπιά) και οι εξ αυτής απορρέουσες υποχρεώσεις του ανθρώπου έναντι του εαυτού του και των άλλων» ήταν το θέμα της έκθεσης ιδεών στις εισαγωγικές εξετάσεις, του έτους μου, στην Ιατρική Σχολή· ενώ την προηγούμενη χρονιά είχε δοθεί προς ανάπτυξη «Η επί τη βάσει της επιστημονικής γνώσεως αλλά και των ανθρωπιστικών αρχών αντιμετώπισης του πάσχοντος ανθρώπου» ενώ στο έτος του εμπνευστή και επιμελητή αυτής της σειράς βιβλίων: «Ιατρικές ανθρωπιστικές σπουδές», το θέμα ήταν: « Βρίσκεται σωστή την άποψη ότι η πνευματική καλλιέργεια κάνει πιο εύκολη την αντιμετώπιση των δυσκολιών της ζωής;»
Βέβαια στα χρόνια των σπουδών που ακολούθησαν στην Ιατρική Σχολή για τους προβληματισμούς αυτούς ποτέ δεν έγινε κουβέντα σε κανένα αμφιθέατρο και σε καμία διδακτέα ύλη. Η ανθρωπιά των μετρημένων στα δάκτυλα του ενός χεριού καθηγητών ήταν συστατικό της προσωπικότητάς τους αλλά και στοιχείο απορρέον κάποιας ιδεολογίας η οποία θα μπορούσε να αποτελεί και πρόσκομμα για τους μη έχοντες τις ίδιες πεποιθήσεις. Εξ άλλου ακόμα και αυτοί οι καθηγητές όχι μόνο δεν άσκησαν ποτέ κάποια κριτική για τα κακώς κείμενα αλλά συμπεριφέρονταν σαν να μη ετίθετο τέτοιο θέμα.
Αλλά και αυτή η ειδοποιός διαφορά μεταξύ των καθηγητών, εκείνα τα χρόνια, αφορούσε κυρίως την λήψη ιστορικού και την συμπεριφορά απέναντι στον ασθενή και λιγότερο την θεραπεία, διότι δεν υπήρχε περίπτωση, ακόμα και τότε, να δοθεί θεραπεία, χωρίς να αναφερθεί τόσο το προσδόκιμο επιβίωσης του ασθενή, όσο και το κόστος της αγωγής, συντηρητικής ή επεμβατικής.
Τότε λοιπόν, όπως ίσως και σήμερα ακόμα, εκπαιδευόμενοι και διδάσκοντες μετακινούμασταν στον θάλαμο, ως σμήνος, από το ένα κρεβάτι στο άλλο μουρμουρίζοντας εν είδη βόμβου τα σχετικά με την κατάσταση του εν κατακλίσει ασθενή, ο οποίος βέβαια ήταν παρόν ψυχή και σώματι εφόσον η επίσκεψη στους θαλάμους γινόταν με τη φυσική παρουσία όλων.
Τέτοιες είναι οι αναμνήσεις μου από τα φοιτητικά χρόνια της Ιατρικής Σχολής Αθηνών. Ειδικεύτηκα βέβαια στην ψυχιατρική ειδικότητα που διδάχτηκα στο Παρίσι την εποχή που οι ίδιοι οι Γάλλοι αποκαλούν πλέον Χρυσή Εποχή της Ψυχιατρικής και της ψυχανάλυσης, θα προσθέσω, εφόσον δεν υπήρχε ειδικευόμενος ψυχίατρος, τότε, που να μην έκανε ψυχανάλυση. Και το τονίζω προφανώς γιατί η ψυχανάλυση στοχεύει στην ανάδυση και αναγνώριση του υποκειμένου δίνοντας του τον λόγο, εφόσον ο άνθρωπος είναι ομιλ-όν ον και η ψυχανάλυση έχει τα θεμέλιά της στη γλώσσα· το ασυνείδητο είναι δομημένο σαν γλώσσα.
Τόσο λοιπόν σαν συνάδελφος, γιατρός ψυχίατρος, όσο και σαν ψυχαναλύτρια δεν μπορώ παρά να συγχαρώ τον Γιώργο Θεοχάρη και τους συνεργάτες του για το θάρρος, το κουράγιο, την επιμονή που αφιερώνουν για την θεραπεία των ασθενών χωρίς να παραμελούν την ανθρώπινη διάσταση της φροντίδας που παρέχουν, ως αναπόσπαστο στοιχείο της νοσηλείας, αλλά και για την νέα διάσταση που δίνουν στο έργο τους με την εκδοτική πρωτοβουλία της σειράς των βιβλίων ΙΑΤΡΙΚΕΣ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ, όπου συμπεριλαμβάνεται και το βιβλίο: Ανθρώπινη Ιατρική. Με την σειρά αυτή μετά το πρωτοπόρο μακροχρόνιο έργο τους στο χώρο της εξωνοσοκομειακής επείγουσας ιατρικής φέρνουν επί σκηνής και προς διάδοση τις απόψεις που στήριξαν την πράξη τους και στις πρακτικές τους.
Αυτό το καθεστώς πραγμάτων και η διαπίστωση αποκατάστασης των σχέσεων μεταξύ θεράποντος και ασθενούς δεν αποτελεί προφανώς ελληνικό προνόμιο εφόσον ο συγγραφέας του βιβλίου Ανθρώπινη Ιατρική ζει και εργάζεται ως χειρούργος στην Αυστραλία.
Ο Μάιλς Λίτλ διαπιστώνει και πραγματεύεται την ανάγκη «αποκατάστασης της σχέσης ασθενούς, μέσα από την ανασκόπηση της ιατρικής μέριμνας, με γνώμονα την ποιότητα ζωής και όχι την διάρκεια, τα αριθμητικά επιτεύγματα μακροζωίας που αγνοούν θέληση, επιλογές και επιθυμία του υποκείμενου, του ασθενή στην προκειμένη περίπτωση.
«Οι γιατροί κατηγορούνται για απληστία, αλαζονεία, άγνοια και ψυχρότητα. Σε αυτή τη βάση αρχίζει να πραγματεύεται το θέμα του βιβλίου του ο συγγραφέας», όπως γράφει στον πρόλογο που κάνει ο Θανάσης Δρίτσας, αφού αναφέρει ότι κατά παράδοξο τρόπο η μεγάλη πρόοδος της επιστημονικής σκέψης στον ιατρικό τομέα συνυπάρχει, συμβαδίζει και ίσως και να συνέβαλλε στην δυσαρέσκεια και τα παράπονα των ασθενών όσον αφορά τις υπηρεσίες που παρέχουν οι κλινικοί γιατροί. Πράγματι είμαστε υποχρεωμένοι να αναγνωρίσουμε ότι το κυνήγι της επιστήμης γίνεται σε βάρος του ανθρώπινου παράγοντα.
Οι γιατροί, λοιπόν, καλούνται να κερδίσουν την εμπιστοσύνη του ασθενή με την ακεραιότητά τους, σε ηθικό αλλά και επιστημονικό επίπεδο, χωρίς να είναι παντοδύναμοι όπως οι πρώτοι γιατροί που θεωρούντο μάγοι ούτε πατερναλιστές όπως οι προπολεμικοί γιατροί. Οι γιατροί σήμερα οφείλουν να δίνουν τον λόγο στον ασθενή, στην υποκειμενική του διάσταση, στην ιστορία του, αναγνωρίζοντας την ενικότητά, την μοναδικότητα του κλινικού του ιστορικού. Με λίγα λόγια θα πρέπει να αποδεχτούμε ότι δεν υπάρχουν ασθένειες αλλά ασθενείς και όσο κι αν οι γιατροί είναι ενήμεροι των πιο εξελιγμένων επιτευγμάτων της επιστήμης έχουν πάντα να μάθουν κάτι από τον ίδιο τον ασθενή.
Έλφη Κιλλαχίδου-Lefeuvre, Ψυχιάτρος, Ψυχαναλύτρια, Συγγραφέας


