Σχολιασμός: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
ΠΕΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ
Δεν γνωρίζουμε ακόμη πότε ανακαλύφθηκε ο θάνατος, πότε ο άνθρωπος άρχισε να συνειδητοποιεί τη θνητότητά του. Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι μείζον μέρος της μυθολογίας, της φιλοσοφίας, της τέχνης, και της επιστήμης καταπιάνεται με την εναντίωση στην «αναπόδραστη αποβίωση κάθε οργανικού όντος», όπως ορίζει το θάνατο ο Τζωρτζ Στάινερ (George Steiner, 23 Απριλίου 1929 – 3 Φεβρουαρίου 2020), ένας από τους πιο ευρυμαθείς και διεισδυτικούς στοχαστές της εποχής μας.
Λες και πρόκειται για τη διαθήκη του, και για το τελευταίο δώρο που θέλησε να μας προσφέρει αυτός ο τόσο γενναιόψυχος άνθρωπος, ο Στάινερ γράφει και δημοσιεύει δύο εντελώς διαφορετικά ως προς τη μορφή τους κείμενα, των οποίων το θέμα είναι ο θάνατος και στα οποία διατυπωνονται οι ίδιες ιδέες: πώς προσδιορίζεται και πώς αντιμετωπίζεται ο θάνατος σήμερα, ποιες είναι οι επιπτώσεις των τρόπων αντιμετώπισης του θανάτου στους καιρούς μας, ποιο είναι το νόημα του έρωτα και της φιλίας απέναντι στο φάσμα του θανάτου.
Το πρώτο κείμενο είναι ένα κομψό λογοτέχνημα καμωμένο με έναν τρόπο που θα χαιρέτιζε ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες: ένας τρόπον τινά φιλολογικός και φιλοσοφικός σχολιασμός (επινοημένων και γραμμένων από τον ίδιο τον σχολιαστή) οχτώ αφοριστικών σπαραγμάτων που υποτίθεται ότι γράφτηκαν στα τέλη του 2ου π.Χ. αιώνα από τον, φυσικά επινοημένο, Επίχαρνο της Άγρας, και βρέθηκαν σε έναν καψαλισμένο κύλινδρο στο Ερκολάνο. Τα εν λόγω σπαράγματα μοιάζουν, με πρώτη ματιά, να είναι παράδοξα και αντιφατικά. Ο σχολιαστής Στάινερ δείχνει ότι στέκουν λογικά και ενέχουν βαθύτητα. Και μιλάνε για το θάνατο και την αντιμετώπισή του. Μιλάνε για το σκότος και το φως· για τη φιλία· για τον έρωτα· για το Κακό· για το χρήμα και την εξαγορά· για το κλάμα. Η ευρύτητα του πνεύματος που διακρίνει τον Στάινερ είναι πασιφανής εδώ, καθώς βρίσκουμε αναφορές σε κορυφαίους φιλοσόφους (Λούντβιχ Βίττγκενσταϊν και Μάρτιν Χάιντεγκερ), σε σπουδαίους εικαστικούς (Ρενέ Μαγκρίτ), σε ρηξικέλευθους ποιητές (Μπωντλαίρ, Ρεμπώ), ακόμα και στον Τρότσκι και στη ραπ μουσική!
Το δεύτερο κείμενο, με τον ερωτηματικό τίτλο «Ο θάνατος του θανάτου;» εξετάζει τις συνέπειες αυτού που ο Στάινερ, ανατρέχοντας στον Νίτσε, στον Χάινε, και στον Νοβάλις, προσδιορίζει ως «θάνατο του κλασικού θανάτου». Εδώ υιοθετεί τη μορφή του δοκιμίου και μιλάει (προειδοποιητικά) για την εκκοσμίκευση του θανάτου, για τις αυταπάτες περί αθανασίας που είναι μεν αρχέγονες αλλά επανέρχονται με σπασμωδικό και υστερικό τρόπο στον 21ο αιώνα: «Εκατομμύρια άνθρωποι είναι πεπεισμένοι ότι ο Έλβις Πρίσλεϋ και ο Μάικλ Τζάκσον θα σηκωθούν από τα κιτς μαυσωλεία τους και θα κυκλοφορήσουν πάλι ανάμεσά μας», γράφει ο Στάινερ. Και: «Ο θάνατος είναι μια μεταβατική κρυογονική ψύξη. Η επιστημονική φαντασία και το τσίρκο της φρίκης τροφοδοτούνται από τέτοιες αρχαϊκές αλλά αέναες αυταπάτες».
Ο Στάινερ μιλάει για την κλωνοποίηση, τη γηριατρική υδραυλική, τις φαρμακολογικές εφαρμογές, τις «κοσμετολογικές ωραιοποιήσεις και περιφράσεις του θανάτου στα νεκρικά ινστιτούτα καλλονής και στους επιτάφιους ροδώνες της ευημερούσας Δύσης». Υπερασπίζεται λησμονημένες πια, μες στην ιλιγγιώδη ταχύτητα, αξίες όπως η σιωπή, η αξιοπρεπής μοναξιά απέναντι στη φθορα, η γαλήνια και θαρραλέα αποδοχή του μοιραίου. Καταγγέλλει (πάντα αυστηρά, αλλά και με οξύνοια και χιούμορ) το γεγονός ότι ο θάνατος γίνεται αντισηπτικός, το ότι ζούμε μες στην έκλειψη της ιδιωτικότητας, στην απορρυπαντική τυποποίηση, στον πανωλεθρίαμβο (όπως θα έλεγε ο αείμνηστος Κωνσταντίνος Τζούμας) των εικονικών πραγματικοτήτων, ενώ διαβιβρώσκεται η ενίοτε πολύτιμη αρετή της σιωπής.
Αυτό το μόλις εκατό σελίδων βιβλίο, το Περί θανάτου (άψογα μεταφρασμένο από τον έμπειρο Σεραφείμ Βελέντζα, εκδ. αντίποδες) συμπυκνώνει με τη διττή, λογοτεχνική και δοκιμιακή, γραφή του, δεκαετίες σοφίας, μελέτης, γνώσης, αξιοπρέπειας και ευγένειας.


