I CARE A LOT
Συνήθως στα τεύχη της Αφηγηματικής Ιατρικής παρουσιάζουμε βιβλία που σχετίζονται με την ασθένεια και την ίαση, και εξάρουμε τη θεραπευτική λειτουργία των αφηγήσεων. Σήμερα, θα σας μιλήσω για μια ταινία που επέλεξα να δω ύστερα από ένα δεκάωρο σκληρής εργασίας, προκειμένου να απολαύσω κάτι ανάλαφρο και χαλαρωτικό.
Απεναντίας, επρόκειτο για ένα ιδιαζόντως σκληρό φιλμ με θέμα επικίνδυνα παιχνίδια και καλοστημένες απάτες στον χώρο της γηριατρικής. Το φιλμ είναι καλογυρισμένο, οι ερμηνείες έξοχες, η πλοκή σφιχτοδεμένη, οι ρυθμοί καταιγιστικοί. Ο τίτλος είναι άκρως ειρωνικός: I Care a Lot (Μα φυσικά και νοιάζομαι, στα ελληνικά). Το σενάριο και τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Τζέι Μπλέικσον (J Blakeson, 01.0.1977), η πρεμιέρα έγινε στο 45ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Τορόντο στις 12 Σεπτεμβρίου του 2020 και από την επόμενη χρονιά το φιλμ προβάλλεται μέσω του Netflix και του Amazon Prime Video.
Η φροντίστρια Μάρλα Γκρέισον (την υποδύεται υποδειγματικά η Ρόζαμουντ Πάικ) αναλαμβάνει τεχνηέντως την κηδεμονία γηραιών αντρών και γυναικών, καταφέρνοντας, με τη συνέργεια μιας αργυρώνητης ιατρού, να πείθει έναν μάλλον αφελή δικαστή, ότι οι εν λόγω γηραιοί άνθρωποι έχουν απωλέσει την ικανότητα να αυτοεξυπηρετούνται και να λαμβάνουν αποφάσεις. Τους φιλοξενεί λοιπόν —ουσιαστικά τους φυλακίζει— σε έναν πολυτελή οίκο ευγηρίας, και εν συνεχεία υφαρπάζει όλα τους τα περιουσιακά στοιχεία (σπίτια, καταθέσεις, έργα τέχνης, τιμαλφή). Απολαμβάνει τη ζωή της με την ερωμένη και συνένοχό της. Η διαπλοκή είναι αδυσώπητη. Τα θύματα στερούνται κάθε επικοινωνία με τον έξω κόσμο, ναρκώνονται και αποβλακώνονται μεθοδικά με τη χορήγηση δυνατών κατασταλτικών φαρμάκων και χαπιών.
Ο Μπλέικσον εναντιώνεται σθεναρά, μέσω ισχυρών δόσεων μαύρου χιούμορ σε ένα κοινωνικό σύστημα ταχύπλοου νεοκυνισμού που προκρίνει αγρίως τον πλουτισμό και τη χλιδή με αναίσχυντα και εφιαλτικά αθέμιτα μέσα. Ο υγιής ηλικιωμένος μετατρέπεται, μες στον οίκο ευγηρίας, σε ασθενή, σε άβουλο άθυρμα. Εάν, όπως υποστηρίζει ο σκακιστής Γκάρι Κασπάροφ στο βιβλίο του Η ζωή είναι μια παρτίδα σκάκι (μτφρ. Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, εκδ. Πατάκη) η κεντρική ιδιότητα του ανθρώπου είναι η λήψη αποφάσεων, οι γηραιοί στα αρπακτικά χέρια της Μάρλα Γκρέισον, παύουν πλέον να είναι άνθρωποι, ωθούνται βάναυσα σε μια κατάσταση ημιζωής. Το ότι για αυτό ευθύνονται παραστρατημένοι διάκονοι της υγείας και της ευζωίας είναι απολύτως εγκληματικό.
Στην ιστορία εμπλέκονται, εν συνεχεία, Ρώσοι μαφιόζοι, και ένας ανελέητος πόλεμος ανάμεσα σε αυτούς και την συμμορία της Μάρλα Γκρέισον. Παρακολουθούμε μια σύγκρουση του Κακού με το Κακό, καθώς το Καλό απουσιάζει εσκεμμένα από την ταινία. Όλα για το χρήμα, όλα για την απληστία, όλα για την ανεξέλεγκτη επιθυμία απόκτησης υλικών αγαθών. Τα αγαθά συναισθήματα έχουν κονιορτοποιηθεί, το μόνο που έχει απομείνει είναι η αρπακτική διάθεση, η ανηλεής περιφρόνηση της ανθρωπιάς.
Ο Μπλέικσον, με Δούρειο Ίππο το κινηματογραφικό μείγμα θρίλερ και μαύρου χιούμορ, ασκεί κριτική στο κοινωνικό σύστημα που επιτρέπει (αν όχι: και ευνοεί) τέτοια εγκλήματα, που ωθεί τους ηλικιωμένους στο περιθώριο της ζωής, που προπαγανδίζει τον πλουτισμό με κάθε μέσο και κάθε τίμημα. Οι αξίες, στις μέρες μας, δέχονται επίθεση από την ανάλγητη αγυρτεία, το νόημα, όπως επέμενε ο αείμνηστος Χρήστος Βακαλόπουλος, αιμορραγεί. Είναι κατεπείγουσα η ανάγκη αναστοχασμού των αξιών και των σημασιών, η επιστροφή στον βαθύ και αδιαπραγμάτευτο ανθρωπισμό. Και η ταινια του Μπλέικσον είναι μια ιδανική αφορμή για να εστιάσουμε εκ νέου σε ό,τι συνέχει τον άνθρωπο: την αλληλεγγύη, την ενσυναίσθηση, το νοιάξιμο, την συναλληλία.
Ο κινηματογραφικός κριτικός Ηλίας Φραγκούλης επισημαίνει: «Ελπίζεις η κλιμάκωση της ταινίας να δικαιώνει το τίμιο. Αυτό με το οποίο είναι… σωστό να ταυτίζεσαι. Και ο Μπλέικσον δείχνει ικανότατος στο να σε διαχειριστεί ύπουλα μέσα σ’ αυτό το δίωρο, ώστε να βιώσεις ένα joyride άγριων συναισθημάτων που θα τεστάρουν και τις δικές σου επιλογές, το τι θα έκανες αν περνούσε από το χέρι σου, γιατί θα έδειχνες (ή όχι) έλεος, πότε και αν θα εγκατέλειπες, αν θα σ’ έπαιρνε να προσπαθήσεις να χαθείς, στα χνάρια μιας καινούργιας ζωής. Σε δοκιμάζει το έργο. Και σε διδάσκει κάποια πράγματα, επίσης. Για το φινάλε, δε, επιλέγει κάτι το… τρομακτικά ανήθικο! Με τη λογική των μηχανισμών της πραγματικής εξουσίας και του καπιταλισμού. Του Συστήματος. Είναι κομμάτι πεσιμιστικό. Αλλά, εντελώς ειρωνικά, ο Μπλέικσον αφήνει έξαφνα και μια χαραμάδα ελπίδας. Για να εξεγερθούμε. Και να τους πάμε… αίμα (Μισέλ, αθάνατη θα μείνει η ατάκα σου)!»
Σχολιασμός: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης


