Σχολιασμός: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
ΛΟΥΙΖ ΓΚΛΙΚ & ΛΙΖΗ ΚΑΛΛΙΓΑ
Λίζη και Λουίζ. Καλλιγά και Γκλικ. Εικαστικός και ποιήτρια. Φωτιά και φωτιά. Όλεθρος και όλεθρος. Λύτρωση και λύτρωση. Μια κοινή εμπειρία με διαφορά δεκαετιών. Ίδια αντίδραση. Ίδια —μέσω της αφήγησης και της τέχνης— ίαση.
Ιδού:
- «Στις 20 Μαρτίου 2022 ένα βραχυκύκλωμα κατακαίει το σπίτι της Λίζης Καλλιγά στις Σπέτσες. Η ίδια μόλις που προλαβαίνει να πεταχτεί έξω: να διασωθεί∙ η αντίδρασή της ευτυχώς υπήρξε ακαριαία: η ζωή της σώθηκε∙ από το σπίτι δεν απέμειναν παρά μόνο τα ντουβάρια∙ ανάμεσα σ’ όλα τα υπάρχοντα, ένας ικανός αριθμός έργων της έγινε στάχτη […] Το επόμενο διάστημα —κάπως παρατεταμένο— η Καλλιγά φιλοξενείται σ᾽ ένα κέντρο ψυχολογικής υποστήριξης στον Μαραθώνα. Σ᾽ ένα “δωμάτιο μικρό και στενόμακρο” και τις περισσότερες ώρες της μέρας σ᾽ “ένα κρεβάτι μονό και στενό” έχοντας ως θέα τον άσπρο τοίχο απέναντί της, όπως αφηγείται η ίδια, με συμπτώματα κατάθλιψης και νευρικής κατάρρευσης». [Θάνος Σταθόπουλος, «Μετά τη συμφορά / Ατραπός», κείμενο στον κατάλογο της έκθεσης «Ο Άσπρος Τοίχος», εκδ. Cube].
- «Τον Απρίλιο του 1980 το σπίτι μου κάηκε ολοσχερώς. Ένα καμένο σπίτι: μια μομφή προς τον συλλέκτη. Σταδιακά παρουσιάστηκαν ορισμένα οφέλη. Ένιωσα ευγνώμων· η έντονη αίσθηση της διαφυγής προσέδωσε στην καθημερινή ζωή μια αύρα ευλογίας. Ένιωθα τυχερή που ξυπνούσα το πρωί, τυχερή που έστρωνα τα κρεβάτια, τυχερή που άλεθα τον καφέ. Συνάμα, ύστερα από μια περίοδο απελπιστικής στενοχώριας, ήρθε ένας παράξενος ενθουσιασμός. Καθώς δεν διέθετα τίποτα, δεν ήμουν πλέον όμηρος της ιδιοκτησίας». [Λουίζ Γκλίκ, Αποδείξεις και Θεωρίες, μτφρ. Γιώργος Λαμπράκος, εκδ. Στερέωμα, σ. 151].
- «Είμαι ξαπλωμένη στο κρεβάτι μου, μονό και στενό. Το δωμάτιο είναι μικρό, στενόμακρο. Είναι μεσημέρι, Απρίλιος 2022, βρίσκομαι φιλοξενούμενη σε ένα κτήμα στον Μαραθώνα. Κοιτάω τον άσπρο τοίχο που είναι πλάι μου, βυθίζομαι σε αυτόν για πολλές ώρες. Αισθάνομαι ότι κοιτάω το κενό. Αργά αργά, βλέπω ότι δεν είναι καθόλου κενός αυτός ο άσπρος τοίχος. Πίσω μου βρίσκεται ένα μικρό παράθυρο, ανοιχτό, με μια κουρτίνα καφέ. Το αεράκι κουνάει ελαφρά την κουρτίνα. Το φως αντανακλάται στον άσπρο τοίχο που κινείται απαλά. Δημιουργεί διαδοχικά φως και σκιές, ο τοίχος πάλλεται αργά. Κρατώ το κινητό μου και αρχίζω να τραβάω φωτογραφίες και βίντεο από το κρεβάτι μου, αυτό που έβλεπα. Η διαδικασία αυτή συνεχίστηκε καθημερινά σχεδόν επί τρεις μήνες» [Λίζη Καλλιγά, κείμενο στον κατάλογο της έκθεσης «Ο Άσπρος Τοίχος», εκδ. Cube].
- Η Καλλιγά προσπαθεί, επιτυχώς, να ξεπεράσει την συμφορά, να τη διαχειριστεί ψυχολογικά, και να τη μεταφέρει —λυτρωτικά για την ίδια, αλλά και για όσους επισκεφτήκαμε την έκθεση «Ο Άσπρος Τοίχος», στο Αρχείο Ακριθάκη, τον Μάιο— στα υψίπεδα του καλλιτεχνικού γεγονότος: βλέπουμε τον άσπρο τοίχο που επί μήνες έβλεπε και μανιωδώς φωτογράφιζε και κινηματογραφούσε η δημιουργός, συμμετέχουμε στην οδύνη και στην υπέρβασή της, οπλιζόμαστε σθεναρά με το κοινοποιημένο και μεταρσιωμένο συμβάν, γινόμαστε πολύ πιο ανθρώπινοι. Γράφει ο Θάνος Σταθόπουλος: «Στο βίντεο που προβάλλεται […] μπορεί κανείς ν’ ακούσει το βλέμμα: το θρόισμα της κουρτίνας και των φύλλων, μιαν ανεπαίσθητη φασαρία σαν ψίθυρος, το φως απ’ το παράθυρο, το μέταλλο της ταλάντωσης. Στις φωτογραφίες που εκτίθενται, τα σημεία των ημερών, του δωματίου, του άσπρου τοίχου, του φωτός, των αντανακλάσεων, της σκιάς, των πτυχώσεων, των γραμμών θα μπορούσαν να είναι θραύσματα και τεκμήρια μιας σκηνοθεσίας ή παράστασης, αν δεν ήσαν ήδη δραματικά τεκμήρια της ώρας: μίας κυψέλης που είναι σύνοψη, λάκκος, περιδίνηση, πεδίο και τύχη. Η φωτογραφική εγκατάσταση μας καλεί σε μια προσωπική καταβύθιση εκτός πλέον του συμβάντος της Καλλιγά: στον εαυτό μας και στο χρόνο που γεννάει∙ στο δικό μας παρόν και συνεχές∙ στη δική μας ταλάντωση».
- Η Γκλίκ, επίσης, διαχειρίζεται επιτυχώς την συμφορά, τη μετουσιώνει σε ποίηση, γράφει τον «Φιλάδελφο», δύο μήνες μήνες μετά. Και άλλα δώδεκα ποιήματα εν συνεχεία. Οργανώνει και συγκροτεί τη συλλογή Ο Θρίαμβος του Αχιλλέα (μτφρ. Χάρης Βλαβιανός, εκδ. Στερέρωμα). Στο δοκίμιό της «Ο Ονειροπόλος και ο Θεατής» σημειώνει: «Οι μείζονες εμπειρίες ποικίλουν ως προς τη μορφή — αυτό που αναγνώστης και συγγραφέας μαθαίνουν να κάνουν είναι να αναγνωρίζουν αναλογίες. Έβλεπα το σπίτι μου να καίγεται — στην κατηγορία των μειζόνων απωλειών, αυτό ήταν απλώς το πιο ταπεινό ξεκίνημα […] Η συγκεκριμένη απώλεια, η απώλεια απλώς της περιουσίας, ήταν μια ανακούφιση, μια απότομη μετάβαση από την αναμονή στην ειδική γνώση. Με την ευκαιρία αυτή έμαθα κάτι για τη φωτιά, για την όρεξή της. Είδα να καταστρέφονται όλα όσα υπήρχαν, όλα όσα δεν θα υπήρχαν ξανά, και όλα όσα έμειναν φωτίστηκαν».


