Σχολιασμός: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
EROS AND ILLNESS 2
Στο παρόν τεύχος #43 της Αφηγηματικής Ιατρικής δημοσιεύουμε ένα επιλεγμένο απόσπασμα από το εξαιρετικά ενδιαφέρον, βαθύτατα ανθρώπινο (καθότι προϊόν μεγάλης οδύνης και ειλικρινέστατης εξερεύνησης τόσο του σωματικού όσο και του ψυχικού άλγους), και απόλυτα αντισυμβατικό βιβλίο Eros and Illness του λόγιου και καθηγητή David B. Morris. O Morris, με αφορμή τη σοβαρή ασθένεια της συζύγου του, και τις ανεπάρκειες του ιατρικού λόγου (medical logos), όπως τον ονομάζει, διερευνά τις εν πολλοίς ανεξερεύνητες ακόμη δυνάμεις ανακούφισης και ίασης που προσφέρει ο ιατρικός έρωτας (medical eros). Το πόνημα αυτό μεταφράζεται και θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Παπαζήσης, στην ήδη πολυσυζητημένη σειρά Ιατρικές Ανθρωπιστικές Σπουδές που διευθύνει ο Γιώργος Θεοχάρης.
Φαντάσου ότι ξυπνάς εντελώς παράλυτος. Οι μόνες σωματικές κινήσεις που ελέγχεις είναι αυτές των βλεφάρων σου, και κάποιος μόλις τώρα —δεν ξέρεις ποιος— σου ράβει και κλείνει το δεξιό σου βλέφαρο! Τελικά μαθαίνεις ότι έχεις περάσει τις τελευταίες εβδομάδες σε έναν συγκεχυμένο λήθαργο, ύστερα από είκοσι μέρες σε κώμα. Λοιπόν, το αριστερό σου βλέφαρο λειτουργεί, κι έτσι έχεις τουλάχιστον την απαραίτητη θολή μισή όραση για να να εκτιμήσεις τον απόλυτο υπαρξιακό ζόφο της κατάστασής σου. «Αστραπιαία είδα την τρομακτική αλήθεια», όπως αναστοχάζεται ο Ζαν-Ντομινίκ Μπομπί (Jean-Dominique Bauby, 1952 – 1997) τη στιγμή που —όπως υποβάλλουν οι μεταφορές της καταστροφής που χρησιμοποιεί— κατακυριεύτηκε από την απόλυτη δριμύτητα της κατάστασής του. «Ήταν κάτι πιο εκτυφλωτικό από την ατομική βόμβα και πιο αιχμηρό απ᾽ τη λεπίδα της γκιλοτίνας».[1]
Ο ιατρικός έρωτας μοιάζει να μην έχει καμία σχέση με έναν ασθενή που υπέστη πρόσφατα ένα ισχυρό εγκεφαλικό το οποίο τίναξε τον εγκέφαλό του στον αέρα και παράλυσε το κινητικό του σύστημα. Για το πολύ σπάνιο γεγονός, γνωστό στον ιατρικό λόγο ως «σύνδρομο εγκλεισμού», δεν υπάρχει στερεότυπη αγωγή και θεραπεία. Σχεδόν το 10 τοις εκατό των ασθενών πεθαίνουν τους πρώτους τέσσερις μήνες. Ο θεράπων ιατρος του Μπομπί τον ενημερώνει, με μιαν ευφημιστική φράση, ότι θα ζήσει την υπόλοιπη ζωή του σε αναπηρικό καροτσάκι. Η ζωή του, όπως την ξέρει —μπον βιβάν, σαράντα τριών ετών, αρχισυντάκτης στο γυαλιστερό παριζιάνικο περιοδικό μόδας Elle— έχει οριστικά και αμετάκλητα τελειώσει. Η βιοϊατρική, μολονότι μπορεί να προσφέρει σύστημα υποστήριξης ζωής, λογοθεραπευτές, και μια κάποια σωματική αποκατάσταση, δεν έχει απαντήσεις και τίποτα να προσφέρει. Στο αδιέξοδο αυτό όπου ο ορθολογισμός αποτυγχάνει, η μονή αποτελεσματική βοήθεια, παρηγοριά, και ελπίδα έμελλε να έρθει από τον ιατρικό έρωτα.
Το σύνδρομο εγκλεισμού, μολονότι παραλύει σχεδόν κάθε κινητική λειτουργία του Μπομπί εκτός από αυτή των βλεφάρων, αφήνει αλώβητη την εσωτερική ζωή του —la vie intérieure— και έτσι αφήνει ανοιχτό ένα πέρασμα στο ερωτικό. «Η ατομικότητα εδράζεται στο συναίσθημα· και οι εσοχές του συναισθήματος, τα πιο σκοτεινά, τα πιο τυφλά στρώματα του χαρακτήρα, είναι τα μοναδικά μέρη του κόσμου στα οποία συλλαμβάνουμε το πραγματικό γεγονός».[2] Τα πραγματικά γεγονότα στη ζωή του Μπομπί, πέρα από μιαν επίσημη διάγνωση του συνδρόμου εγκλεισμού και μια πρόγνωση επικείμενου θανάτου, είχαν πολύ περισσότερο να κάνουν με το συναίσθημα, παρά με τη φυσική ιστορία της ασθένειας. Με τη βοήθεια του λογοθεραπευτή του και μιας απίστευτα υπομονετικής νεαρής γυναίκες, της Κλοντ Μεντιμπίλ (Claude Mendibil), που λειτούργησε ως μεταγραφέας, ο Μπομπί συνέθεσε ένα εκπληκτικό χρονικό σχηματίζοντας την κάθε λέξη, γράμμα το γράμμα, με ανοιγοκλεισίματα του ενός βλεφάρου που μπορούσε να κινεί. Δηλαδή, ο Μπομπί ανοιγόκλεινε το βλέφαρο όταν το δάχτυλο της Κλοντ άγγιζε το σωστό γράμμα στον αλφαβητικό χάρτη συχνοτήτων που είχε προμηθευτεί.
Η αφήγηση λαμβάνει συχνά τη μορφή ενός συγκεκριμένου είδους ή υποείδους, από το αστυνομικό μυθιστόρημα μέχρι τις ταινίες τρόμου, αλλά δεν είναι δυνατόν να έχει υπάρξει πιο αλλόκοτη αφήγηση ασθένειας (γραμμένη από έναν άνθρωπο που δεν μπορούσε να κινηθεί), η οποία μάλιστα υιοθετεί τη μορφή της ταξιδιωτικής λογοτεχνίας. «Μου άρεσε να ταξιδεύω», είπε ο Μπομπί με τον έναν σκαρδαμυγμό μετά τον άλλον. Η αγάπη για τα ταξίδια προσδιορίζει άλλον ένα ρόλο του έρωτα· αυτή η ματιά στην εσωτερική ζωή του Μπομπί είναι κάτι περισσότερο από ένα τυχαίο κομμάτι αυτοβιογραφίας. Ρητά χαρακτηρίζει το βιβλίο «κατάκοιτες ταξιδιωτικές σημειώσεις», και η έννοια του κατάκοιτου ταξιδιού αποδίδει τόσο το ειρωνικό πνεύμα της φρενιασμένης, σκαρδαμυγμό με σκαρδαμυγμό, συγγραφικής διαδικασίας όσο και τη γαλλική πνευματώδη νοοτροπία που ήταν αναπόσταστη από την ταυτότητά του και την εσωτερική του ζωή. Η ταξιδιωτική λογοτεχνία ως είδος συχνά ενέχει μιαν απειλή για τη ζωή που ωθεί στη δημιουργία μιας νέας ή κατά πολύ αλλαγμένης ταυτότητας. Τα ταξίδια της εσωτερικής ζωής του Μπομπί —από την κραυγαλέα υπερβολή στη βαθιά απόγνωση— δημιουργούν ένα μοναδικό και ανεπανάληπτο ντοκουμέντο στο οποίο η ταυτότητα τελεί πάντοτε υπό απειλή, συμπεριλαμβανομένης και της απειλής θανάτου, ενώ η γραφή, ειρωνικά, στο απίθανο είδος της ταξιδιωτικής λογοτεχνίας, είναι αυτό που τον κρατάει στη ζωή.
Τα παράδοξο που πλαισιώνει το βιβλίο —ένα ταξιδιωτικό αφήγημα γραμμμένο από έναν άνθρωπο ανήμπορο να κινηθεί— εκτείνεται ακόμα και μέχρι την ακροτελεύτια παιχνιδιάρικη αράδα του βιβλίου: «Να πηγαίνω τώρα». Ο Μπομπί, φυσικά, δεν έχει να πάει πουθενά και δεν έχει κανέναν τρόπο να πάει οπουδήποτε. Πέθανε δύο μέρες μετά τη γαλλική έκδοση του βιβλίου του. Η εσωτερική ζωή του, με τις αέρινες «πεταλουδίσιες» εκδρομές, όπως αποκαλεί τα σύντομα κεφάλαια του βιβλίου του, πάντα επιστρέφει σε ένα ασάλευτο σώμα με σκάφανδρο. Μολοντούτο, τα ταξιδιωτικά αφηγήματα περιλαμβάνουν μια μακρά ιστορία ερωτικών περιπετειών, και η επιθυμία η ίδια παρέχει απροσδόκητες σχετιζόμενες με το ταξίδι ηδονές. Παραλυμένος, παραμορφωμένος, και περιορισμένος σύμφωνα με την ίδια του διόλου ρομαντική περιγραφή σε μια κατάσταση μέδουσας, βάζει μπρος μολαταύτα για νυχτερινές ερωτικές περιπέτειες. «Μπορείς να επισκεφτείς τη γυναίκα που αγαπάς», λέει για τα νοερά του ταξίδια, «να γλιστρήσεις στο πλάι της και να χαϊδέψεις το ακόμη κοιμώμενο πρόσωπό της». Ο έρωτας τακτικά τον εγκαταλείπε, αλλά επίσης συνεχώς επανεμφανίζεται και του κρατάει συντροφιά. ´Ενα ολόκληρο κεφάλαιο που αφιερώνει σε κάποιο ταξίδι που έκανε με την αγαπημένη του στη Λούρδη —την οποία ο Μπομπί χαρακτηρίζει παγκόσμια πρωτεύουσα των θαυμάτων— συγκενρώνεται σε έναν ρομαντικό χωρισμό. Αμετανόητος ηδονιστής, ο Μπομπί δεν χαρίζεται στα ίδια του τα ψεγάδια, και επίσης αρνείται την παρηγοριά, είτε θρησκευτική είτε ηθική είτε ιατρική. Ξέρει ότι οι αντίπαλοί του στον δημοσιογραφικό χώρο της μόδας στο Παρίσι τώρα τον έχουν απορρίψει ως ανθρώπο-φυτό. Ξέρει ότι ο ιατρικός λόγος τον έχει ήδη ξεγράψει. Ο έρωτας είναι ό,τι απομένει, και για τον Ζαν-Ντο (όπως τον φώναζαν οι φίλοι του) ο έρωτας αποδεικνύεται ζωτικός όσο κάθε ζωτικός οιωνός.
Η επιθυμία είναι αυτό που τον κάνει να συνεχίζει: «Έχω ανάγκη για έντονα συναισθήματα», εξομολογείται ο Ζαν-Ντο, «να αγαπάω και να θαυμάζω, τόσο απεγνωσμένα όσο έχω ανάγκη και ν᾽ ανασαίνω». Η ανάγκη του για έντονα συναισθήματα —επιθυμία υψωμένη στο επίπεδο μιας υπαρξιακής απαίτησης — λαμβάνει δύο κύριες μορφές. Πρώτον, διαρκείς τρυφερές και φιλικές σχέσεις συμβάλλουν στο να συγκροτήσει αυτό που ρητά αποκαλεί «αλυσίδα αγάπης που με περιβάλλει και με προστατεύει». Αυτή η αλυσίδα αγάπης περιλαμβάνει τον ενενήντα τριώ ετών έγκλειστο πατέρα του, την οχτάχρονη θυγατέρα του, την τωρινή αγαπημένη του, την πρώην σύζυγό του, και τον άνθρωπο στον οποίο αφιερώνει το βιβλίο του, τη μεταγραφέα Κλοντ Μεντιμπίλ. Η εικόνα της αγάπης ως αλυσίδας ενίοτε παραχωρεί τη θέση της σε μια πιο ανάλαφρη, ονειρική, πεταλουδίσια εικονοποιία. «Μια επιστολή από έναν φίλο, μια ζωγραφιά του Μπαλτίς σε μια κάρτα, μια σελίδα του Σαιν-Σιμόν», γράφει, «δίνει νόημα στις ώρες που περνάνε». Το «νόημα» τέτοιων ετερόκλητων θραυσμάτων και κομματιών ανθρώπινης φιλίας ενέχουν μιαν ερωτική διάσταση που ο Μπομπί όχι μόνον αναγνωρίζει αλλά και επινοεί φαντασιακά τεχνάσματα για την εκθειάσει: «Μια μέρα ελπίζω να τους δέσω στην άκρη ενός χαρταετού με μισό μίλι μάκρος, να τους υψώσω μες στον άνεμο σαν λάβαρο για τη δόξα της φιλίας».
[1] Jean-Dominique Bauby, The Diving Bell and the Butterfly: A Memoir of Life in Death, μτφρ. Jeremy Leggatt (1997· ανατύπωση, Νέα Υόρκη: Random House, 1997), σ. 9. [Στα ελληνικά, Το σκάφανδρο και η πεταλούδα, μτφρ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Ψυχογιός (σ.τ.μ.)]
[2] William James,“Conclusions”, εις Varieties of Religious Experience, σ. 492. [Οι παραλλαγές της θρησκευτικής εμπειρίας, μτφρ. Βασίλης Τομανάς, εκδ. Νησίδες, σ. 448 (σ.τ.μ.)]


