ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΦΗΓΗΣΗ (ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ)
Το ποίημα: [η μελαγχολία των αποτελεσμάτων μιας ιατρικής εξέτασης] / ο γιατρός μου είπε πως έχω μια τρύπα στο τύμπανο του αυτιού / πολύ μικρή για να το δει κανείς με γυμνό μάτι / ήταν εκεί από τη γέννηση μου / η αλήθεια είναι πως δε με ενόχλησε ποτέ / και δεν έχει καμία σχέση με τους αφόρητους πονοκεφάλους μου / αλλά αυτό είναι το μόνο που μπορούσε να με διαβεβαιώσει ο γιατρός / — έχεις μια τρύπα στο τύμπανο του αυτιού σου / — πρέπει να το διορθώσουμε / — είναι πολύ απλό / — κοστίζει μόνο πέντε χιλιάδες ευρώ / τι και αν δεν έχω τόσα πολλά χρήματα / τώρα βάζω βαμβάκι στο αυτί / φοβάμαι τον άνεμο / αποφεύγω τα μπάνια στη θάλασσα / το ζεστό ντους / την άμμο / την ξαφνική νεροποντή / και παίρνω χούφτες ασπιρίνης για να γλιτώσω τους πόνους / αλλά τι γίνεται με τις άλλες τρύπες που έχω πάνω μου γιατρέ; / — δεν έχω ιδέα εγώ βλέπω μια τρύπα στο τύμπανο του αυτιού / και είσαι τυχερός που την ανακάλυψα εγκαίρως — είπε ο γιατρός / οι γιατροί είναι σαν όλους τους ανθρώπους — όπως εσύ και εγώ / ποτέ δεν ακολουθούν τη γραμμή που χαράζει το ένστικτό τους / και δε βλέπουν τίποτα άλλο εκτός απ᾽ αυτό που ψάχνουν / Βάσος Γεώργας.
Η αφήγηση: Διακρίνουμε, στο ποίημα του Βάσου Γεώργα, τη διαλεκτική σωματικού/ψυχοπνευματικού. Το σωματικό άλγος και η αντιμετώπισή του έχουν ψυχοπνευματικές επιπτώσεις, εν προκειμένω άδηλες αλλά υφιστάμενες, υπαρκτές, οι οποίες μάλιστα τον ωθούν σε μιαν απόφανση για την άσκηση της ιατρικής, για τους γιατρούς αλλά και για τους περισσότερους ανθρώπους της μεταβιομηχανικής, ιλιγγιώδους εποχής μας που δεν ενθαρρύνει την ενίοτε λυτρωτική λειτουργία του ενστίκτου. Σε καιρούς καλπάζουσας αβεβαιότητας —ιδίως ως προς τα συναισθήματα και τις συγκινησιακές επιλογές— οι περισσότεροι προτιμούν να βασίζονται σε (υποτίθεται) σθεναρά επιστημονικά δεδομένα και να αποφεύγουν τις εικασίες, όσο ελκυστικές κι αν ήταν άλλοτε.
Συνέβη, τον Ιούνιο του τρέχοντος έτους, ο γράφων να υποστεί κάποια πλήγματα που ανέτρεψαν άρδην ορισμένες βεβαιότητές του, πλήγματα που τον υποχρέωσαν να αναστοχαστεί, να διερευνήσει, να καταγράψει πράγματα που σχετίζονται τόσο με τη φιλοσοφία και την άσκηση της Αφηγηματικής Ιατρικής όσο και με τις θέσεις που επεξεργάστηκε ο Ντέβιντ Μπ. Μόρις (David Brown Morris) στο εξαιρετικά ενδιαφέρον και ρηξικέλευθο πόνημά του Eros and Illness (το οποίο μετέφρασε ο γράφων και θα κυκλοφορήσει με τον τίτλο Έρωτας και Ασθένεια από τις εκδόσεις Παπαζήση).
Το πρώτο πλήγμα συνίσταται στην υποχρέωση του γράφοντος να αναλάβει χρέη οιονεί φροντιστού (caretaker), όπως συνέβη με τον Μόρις και με πολλούς «πρωταγωνιστές» του βιβλίου του. Ένα πολύ αγαπημένο πρόσωπο του γράφοντος, και μεταβατική συγκάτοικός του, περιέπεσε αναπάντεχα σε μια δίνη δεινών, κυρίως προερχόμενων από ψυχικό έδαφος και, για ένα παρατεταμένο χρονικό διάστημα, υπήρξε ακουσίως έρμαιο δριμύτατων διακυμάνσεων.
Αρχικά, ο γράφων, που δεν φημίζεται καθόλου για τις γνώσεις του σχετικά με την ψυχανάλυση και την ψυχολογία, αντέδρασε μάλλον σπασμωδικά, εν συνεχεία προχώρησε στην παροχή άπλετης βοήθειας και φροντίδας: συζητούσε ατελείωτες ώρες, και εφ᾽ όλης της ύλης, με το εν λόγω πρόσωπο, το συνέδραμε υλικά και οινονομικά, το βοήθησε με όλες του τις δυνάμεις στην εξέλιξη της τέχνης του, ήτοι της ποίησης, το σύστησε σε άλλα αγαπημένα του πρόσωπα, τα οποία το περιέβαλλαν διαρκώς με αγάπη. Μολαταύτα, ο γράφων βρέθηκε και αυτός μέσα σε δίνη δεινών, καθόσον, ό,τι κι αν έκανε, το αγαπημένο πρόσωπο αντιδρούσε με παντελή απουσία ευγνωμοσύνης και με αιφνίδιες και out of the blue κρίσεις επιθετικότητας, αυθάδειας, και υπονόμευσης όλων όσα μετερχόταν προς βοήθειά του ο γράφων.
Συνοπτική καταγραφή της κατάστασης (και θα επανέλθουμε στο επόμενο τεύχος): Ο γράφων φτάνει στα όρια ψυχονοητικής διάλυσης και άρει τη συγκατοίκησή του με το αγαπημένο πρόσωπο, διατεινόμενος ότι «κερνάει ελευθερία». Μακρόθεν, εξακολουθεί να συντρέχει το εν λόγω πρόσωπο, πασχίζοντας (πάντα με όλες του τις δυνάμεις) να διατηρήσει την επικοινωνία, να ικανοποιεί ένια αιτήματα του προσώπου, να φροντίζει για την προώθηση του λίαν αξιόλογου καλλιτεχνικού του έργου, να παροτρύνει άλλα φιλικά του πρόσωπα να συντρέξουν και αυτά.
Παράλληλα, κυριεύεται από βασανιστική αδυναμία συγκέντρωσης στον δικό του βίο και στο δικό του έργο. Επίσης, αδυνατεί (όπως συνέβη και στον Ντέιβιντ Μπ. Μόρις) να είναι συνεπής απέναντι στις υποχρεώσεις του. Ωστόσο, σε δεύτερη φάση, προχωρεί σε μιαν εσπευσμένη, τεθλασμένη έστω, πάντως αρκετά τελεσφόρα ανασυγκρότησηση, και αρχίζει εκ νέου να εργάζεται και να δημιουργεί. Σημειώνεται το παράδοξο ότι, ενώ δυσκολεύεται πολύ να συγκεντρωθεί στην επείγουσα βιοποριστική του εργασία (μετάφραση βιβλίων και επ᾽ αμοιβή συγγραφή κειμένων για έντυπα), του είναι συγκριτικά εύκολο, και μάλιστα ευεργετικό, το να προσηλώνεται στη σύνθεση ενός λίαν απαιτητικού «μαμούθ» λογοτεχνήματος που έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε να αποτελείται από τρία μέρη, το κάθε ένα απαρτιζόμενο από 300 και περισσότερες σελίδες.
Ο γράφων φρονεί πως δεν είναι τυχαίο το ότι την ιδέα για τη σύνθεση του τόσο πολυσέλιδου έργου την άντλησε από το ταλανιζόμενο αγαπημένο του πρόσωπο. Θεωρεί ότι η πείσμων συνέχιση της σύνθεσης του έργου αποτελεί τρόπο εξιλέωσής του για το ότι δεν κατάφερε να συνδράμει επαρκώς το εν λόγω πρόσωπο αφενός, και ένα είδος ευκταίας, και σε βάθος χρόνου, προσφοράς αγάπης (έστω μέσα από το λογοτεχνικό λειτούργημα), η οποία προσφορά θα αποφέρει, πάντα σε βάθος χρόνου, καλούς καρπούς.
Σχολιασμός: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης


