ΑΦΗΓΗΣΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ
Καλό φθινόπωρο, φίλες και φίλοι της Αφηγηματικής Ιατρικής. Επισημαίνω την έκδοση του εκπληκτικού βιβλίου του Ρομπέρτο Μπολάνιο (Roberto Bolaño, 28 Απριλίου 1953 – 15 Ιουλίου 2003) Ο Ανυπόφορος Γκάουτσο (μτφρ. Κρίτων Ηλιόπουλος, εκδ. Άγρα) όπου στεγάζεται το πολυσυζητημένο δοκίμιο «Λογοτεχνία + Ασθένεια = Ασθένεια», το οποίο θα εξετάσω εκτενώς στο επόμενο τεύχος μας. Σημειώνω προσώρας ότι ο Μπολάνιο αντιμετώπισε με υποδειγματική γενναιότητα και αξιοπρέπεια την ασθένειά του, και στο εν λόγω δοκίμιο μιλάει για τη σχέση λογοτεχνίας και ασθένειας με σοφία, χιούμορ, εμβρίθεια, εγκαρτέρηση.
Παραθέτω τώρα δύο κείμενα Ελλήνων, ενός λογοτέχνη και ενός μεταδιδακτορικού ερευνητή πολιτικής θεωρίας, τα οποία κείμενα ενέχουν μεγάλη σημασία για τη φιλοσοφία και την άσκηση της Αφηγηματικής Ιατρικής, και καλόν είναι να τα συζητήσουμε από κοινού, σαν δύο στιγμές της γόνιμης εμπλοκής της ιατρικής με την τέχνη του λόγου και την τέχνη της πολιτικής.
Γράφει ο Κυριάκος Χαρίτος :
ακούω μουσική *
Όταν κουράζομαι δεν έχω παρά να ακούσω Μουσική. Όταν δεν ξέρω. Γιατί γεννήθηκα. Γιατί πέθανα. Γιατί αγαπήθηκα και δεν αγαπήθηκα. Δεν έχω παρά να ακούσω Μουσική. Όταν δεν θυμάμαι. Ποιος είμαι. Που είμαι. Τι κάλτσες φοράω. Που είναι θαμμένο πριν χίλια χρόνια το πτώμα μου. Δεν έχω παρά να ακούσω Μουσική. Όταν κάθομαι απέναντι από τον γιατρό και ενώ δεν ακούω βλέπω τα σαλιωμένα του χείλη να προφέρουν τη λέξη ΚΑΡΚΙΝΟΣ. ΑΝΟΙΑ. ΑΛΤΣΧΑΙΜΕΡ. Δεν έχω παρά να ακούσω Μουσική. Όταν ο Θεός με κοιτάει σαν χάνος και αρνείται να απαντήσει σε οποιαδήποτε από τις ερωτήσεις μου. Ακόμα και τις πιο απλοϊκές. Και απλά κάθεται εκεί αναδεύοντας τον καφέ του με ένα μικροσκοπικό κουταλάκι σαν κάποιος Μιλανέζος χοντρέμπορος υφασμάτων προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο. Δεν έχω παρά να ακούσω Μουσική. Όταν είμαι μέσα στον λάκκο μέχρι τα γόνατα με τα χέρια γεμάτα μικρά οστά και υπολείμματα άλιωτων υφασμάτων αδυνατώντας να αναστήσω τον σκελετό της μητέρας μου, του Ρεμπώ, της Βερονίκης, του Χειμωνά, του Γρηγορόπουλου, της Βάνου, του Χολμπάιν. Δεν έχω παρά να ακούσω Μουσική. Όταν βρίσκομαι μπροστά σε ένα αμφιθέατρο γεμάτο ψάρια παιδιά νεκρά με κρύο αίμα που μόνη τους έννοια είναι η εκδρομή της ΔΑΠ στη Μύκονο και η συναυλία της Πάολα σε κάποιο ταριχευτήριο της Πειραιώς. Δεν έχω παρά να ακούσω Μουσική. Όταν ακόμα και η ίδια μου η γάτα μου δείχνει πως της είμαι χρήσιμος όσο δεν γνωρίζει να ανοίξει η ίδια μια κονσέρβα. Δεν έχω παρά να ακούσω Μουσική. Όταν ανακαλύπτω πως ο Χριστός βρέθηκε στον σταυρό μονάχα μέσα από μια σειρά ατυχών συμπτώσεων. Από μια αλληλουχία καθόλα ανθρώπινης γκαντεμιάς. Δεν έχω παρά να ακούσω Μουσική. Όταν η κατσαρίδα που διασχίζει το μωσαϊκό του τελευταίου μου Αυγούστου γυρίζει και με κοιτάει μέσα στα μάτια ρωτώντας «Και τι κατάλαβες;». Δεν έχω παρά να ακούσω Μουσική. Όταν το στόμα μου δεν καταλαβαίνει πια τη διαφορά μεταξύ φόλας και μαρμελάδας βερύκοκο. Δεν έχω παρά να ακούσω Μουσική. Όταν πια έρχεται το συνεργείο μεταφορών. Και αποσυναρμολογούν κομμάτι-κομμάτι το περιττό πλέον σώμα μου επαναλαμβάνοντας ασυγκίνητο τη φράση «Ούτε για ανταλλακτικά» καθώς παζαρεύουν την τιμή της απομάκρυνσής του από το πεδίο της ύπαρξης. Δεν έχω παρά να ακούσω Μουσική.
* από τον θεατρικό μονόλογο leçon γραμμένο για τον Γιώργο Βέλτσο
Γράφει ο Σωτήρης Σιαμανδούρας:
Ο Μακιαβέλι, λοιπόν, αντιλαμβάνεται —ή τουλάχιστον αναπαριστά— το πολιτικό σώμα μέσα από τη μεταφορά της ιατρικής, και η ιατρική είναι για εκείνον η ιατρική της εποχής του, όπως και η ιατρική της αρχαίας ελληνικής και ρωμαϊκής βιβλιογραφίας, στην οποία μπορεί να έχει πρόσβαση. Ως αποτέλεσμα, βρίσκουμε στη δουλειά του μια αναπαράσταση του ανθρώπινου σώματος που είναι πολυπλοκότερη από την αναφορά στα εξωτερικά του μέρη, όπως αυτή χρησιμοποιείται στον Τίτο Λίβιο. Αυτό, όμως, εξακολουθεί να είναι σώμα. Μάλιστα, αυτή είναι μια αναπαράσταση του σώματος που θα μπορούσε να θεωρηθεί το ίδιο παλαιά ή και παλαιότερη από εκείνη του Τίτου Λιβίου, καθώς μπορούμε να την αναζητήσουμε πίσω στα Πολιτικά του Αριστοτέλη, στον Πολύβιο, από όπου ο Μακιαβέλι αντλεί ολόκληρη τη μεταφορά του βιολογικού κύκλου των πολιτευμάτων, αλλά και στην αρχαία ελληνική ιατρική. Και, όπως ακριβώς το στόμα δεν μπορεί να ξεσηκωθεί ενάντια στο στομάχι, έτσι μπορούμε επίσης να περιμένουμε ότι τα υγρά του ανθρώπινου σώματος μπορούν μεν να κυκλοφορούν ελεύθερα, αλλά πρέπει και να παραμένουν σε ισορροπία, όπως είναι το ιδανικό των ιατρικών μοντέλων στα οποία αναφέρεται ο συγγραφέας. [«Στα όρια της ερμηνείας του Μακιαβέλι από τον Λεφόρ», εις Ο Μακιαβέλι μετά τον Μακιαβέλι, εκδ. angelus novus].
Σχολιασμός: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης


