Σχολιασμός: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
ΑΝΤΑΜ ΣΑΓΚΑΓΙΕΦΣΚΙ
Οι φιλίες δεν είναι, σε καμία περίπτωση, απλώς ραντεβού και φλυαρίες· είναι (οφείλουν να είναι) κρίσιμες συναντήσεις που οδηγούν σε ανακαλύψεις, που ενίοτε σου αλλάζουν τη θεώρηση κάποιων σημαντικών πραγμάτων, που βαθαίνουν τις γνώσεις σου, που επηρεάζουν τη στάση σου στα πράγματα της ζωής. Οι φιλίες είναι πραγματωμένη ποίηση. Οι φιλίες είναι θητεία στη φιλοσοφία. Οι φιλίες είναι ίαση.
Μέσα από φιλίες, γνώρισα το έργο σπουδαίων δημιουργών που αγνοούσα. Ο Γιώργος Θεοχάρης με εισήγαγε στην εργασία μεγάλων αβανγκάρντ συνθετών και εξόχως ενδιαφερόντων ιατρών που συμβαίνει να είναι και λογοτέχνες. Οι νέοι φίλοι μου από την Πολωνία (η εικαστικός Katarzyna Wojtczak και ο σκηνοθέτης Lukasz Twarkowski) συντέλεσαν στο να μελετήσω το έργο της Βισουάβα Σιμπόρσκα (Νόμπελ Λογοτεχνίας, 1996) και του Άνταμ Ζαγκαγιέφσκι. Η ποιήτρια Καλλιόπη Αλεξιάδου φρόντισε να αγαπήσω τις συλλογές της Λουίζ Γκλικ (Νόμπελ Λογοτεχνίας, 2020) καθώς και τα πολύ δυνατά δοκίμιά της.
Στο παρόν, πανηγυρικά πεντηκοστό τεύχος της Αφηγηματικής Ιατρικής (με χαρά διαπιστώνω ότι μετράμε σαράντα χιλιάδες λέξεις σ᾽ αυτά τα 50 τεύχη!), θα παραθέσω λόγια των δύο Νόμπελ και του Ζαγκαγιέφσκι που φρονώ ότι θίγουν τα θέματα που μας απασχολούν εδώ και μπορούν κάλλιστα να συζητηθούν περαιτέρω.
Γράφει η Σιμπόρσκα: «ΑΝΑΦΟΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ / Ρίξαμε κλήρο ποιος θα πάει να τον δει. / Έπεσε σ᾽ εμένα. Σηκώθηκα από το τραπεζάκι μας. / Πλησίαζε η ώρα των επισκέψεων στο νοσοκομείο. // Δεν απάντησε τίποτα στο χαιρετισμό μου. / Ήθελα να του πιάσω το χέρι — το τράβηξε πίσω / όπως ο πεινασμένος σκύλος που δεν αφήνει το κόκαλό του. // Φαινόταν να ντρέπεται που πεθαίνει. / Δεν ξέρω τι λες σε κάποιον σαν αυτόν. / Τα βλέμματά μας διασταυρώνονταν, όπως στο φωτομοντάζ. // Δεν με παρακαλούσε ούτε να μείνω ούτε να φύγω. / Δεν ρωτούσε για κανέναν από το τραπεζάκι μας. / Ούτε για σένα, Μπόλεκ. Ούτε για σένα, Λόλεκ. / Ούτε για σένα, Τόλεκ. // Μ’ έπιασε πονοκέφαλος. Ποιος πεθαίνει εδώ και για ποιον; Επαινούσα την ιατρική και τις τρεις βιολέτες στο ποτήρι. / Μιλούσα για τον ήλιο κι έσβηνα. // Τι καλά που υπάρχουν σκαλοπάτια για να κατεβαίνεις. / Τι καλά που υπάρχει εξώπορτα να την ανοίγεις. / Τι καλά που με περιμένετε στο τραπεζάκι μας. // Η οσμή του νοσοκομείου μού προκαλεί ναυτία» (Βιζουάβα Σιμπόρσκα, Η ζωή εδώ και τώρα, μτφρ. Μπεάτα Ζουλκιέβιτς, εκδ. Καστανιώτη).
Γράφει ο Ζαγκαγιέφσκι: «ΙΣΟΒΙΑ / Τα βάσανα αυτά τελείωσαν. / Όπως και το κλάμα. Σ᾽ ένα παλιό άλμπουμ / κοιτάζεις το πρόσωπο ενός εβραιόπουλου / δεκαπέντε λεπτά πριν πεθάνει. / Τα μάτια σου είναι στεγνά. Βάζεις τον βραστήρα, / πίνεις τσάι, τρως ένα μήλο. / Θα ζήσεις».
Και: «ΓΙΑ ΣΕΝΑ / Δεν είναι το μόνο ποίημα — ίσως κοιμάσαι τώρα / σε σύννεφο από μάλλινα όνειρα — που γράφω για σένα. / Για σένα, θριαμβευτική, χαμογελαστή, υπέροχη, / αλλά και για σένα, λυπημένη και ηττημένη // (αν και ποτέ δεν κατάλαβα / ποιος θα μπορούσε να σε νικήσει!), / για σένα, δύσπιστη και ανήσυχη, / γράφω το ένα ποίημα μετά το άλλο, // λες και θα ήθελα μια μέρα — όπως η χελώνα / — να φτάσω, μέσω ατελών λέξεων / και εικόνων, στο μέρος όπου βρίσκεσαι εδώ και καιρό, / εκεί όπου η αστραπή της ζωής σ᾽ έχει εναποθέσει» (Άνταμ Ζαγκαγιέφσκι, Στην ομορφιά που δημιουργούν οι άλλοι, μτφρ. Χάρης Βλαβιανός, εκδ. Πατάκη).
Γράφει η Γκλικ: «Η τραγωδία της ανορεξίας δεν έγκειται στο ότι η πρόθεσή της είναι αυτοκαταστροφική, αν και η έκβασή της συχνά είναι. Πρόθεσή της είναι να κατασκευάσει, με τον μόνο διαθέσιμο τρόπο όταν τα μέσα είναι τόσο περιορισμένα, έναν από εαυτό. Αλλά αυτή η επαναλαμβανόμενη πράξη, η αποκήρυξη, η σχεδιασμένη να διαχωρίζει τον εαυτό από τον άλλο, χωρίζει επίσης τον εαυτό από το σώμα. Η ανορεξία, από τρόμο για την ανεπάρκεια και τη λυσσασμένη της ανάγκη, κατασκευάζει ένα σωματικό σήμα υπολογισμένο να εκδηλώνει περιφρόνηση για την ανάγκη, για την πείνα, σχεδιασμένο να εμφανίζεται εντελώς απαλλαγμένο από όλες τις μορφές εξάρτησης, να εμφανίζεται πλήρες, αύταρκες. Ωστόσο, το σήμα που αυτή εμπιστεύεται είναι σωματικό, αδύνατον να συντηρηθεί μονάχα με τη θέληση, και η οδύνη της μεταφοράς έγκειται στο εξής: η ανορεξία δεν αποδεικνύει ότι η ψυχή είναι ανώτερη, αλλά ότι είναι εξαρτημένη από τη σάρκα» (Λουίζ Γκλικ, Αποδείξεις και Θεωρίες, μτφρ. Γιώργος Λαμπράκος, εκδ. Στερέωμα).


